Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κείμενα ανένταχτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κείμενα ανένταχτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 22 Αυγούστου 2022

 

 Ήχος κυμάτων  στο φως

 

Θα νόμιζε κανείς πως δειλιάζει σαν το παιδάκι που κλωτσάει την πέτρα και τελευταία στιγμή, εξασθενεί η ορμή με ένα γλυκό, συρτό ήχο που βγαίνει απ’ τα σπλάχνα μιας άλλης διάστασης. Αυτή, που συνωμοτεί  με τη ζεστή λάμψη των  τόξων ενός ευγενούς αστέρα. Πόσο φως άραγε αντέχεται ν’ αγαπηθεί απ’ το κύμα, διερωτάται κάποιες στιγμές ο παρατηρητής, που το κοιτά  να παιχνιδίζει στην άμμο.  Μαρτυρά πως,  με αφέλεια ψιθυρίζει την εναλλαγή των αποχρώσεων και στις άκρες του λευκά σχήματα εναρμονίζουν τον απόηχο στο ζενίθ του. Μπορεί όμως, να μοιάζει με ένα φτερούγισμα όσο μια πεταλούδα επισκέπτεται το πλαϊνό λουλούδι ή όπως το θρόισμα  ενός φύλλου που διαμαρτύρεται σαν μωρό στο  ελαφρύ αεράκι. Τώρα, ένα ανοιγόκλεισμα των βλεφάρων του, παφλάζει μέχρι να μουσκέψει τα δάχτυλά του, μέχρι να μετρήσει τις λευκές  πιέτες αυτής της γαλήνης, που ταξιδεύει στον ήχο κι εξαγνίζει κάθε άλλη σκέψη, που ταλαντεύει μια στιγμή διακεκομμένα  στο άπειρο σαν σε όνειρο. Είναι αυτή η στιγμή που επιτρέπει να συνδιαλέγεται σε κείνη την άκρη, που υφαίνει το όνειρο. Έμαθε εντέλει να ξεγλιστρά μέσα του. Έμαθε να διανύει το βάθος των στιγμών στον ήχο των  κυμάτων.    

 

Γεσθημανή Σιδερίδη / κείμενα 2014 ©

Πέμπτη 5 Αυγούστου 2021

 

 

Άπειρο λευκό

 

Από τώρα και στο εξής είπε, θα αρμενίζει σε γαλάζια σύννεφα. Και γω που δεν γνωρίζω είπα, θα ‘ρθω μαζί σου. Είχα αναμνήσεις από μικρή πολλά αναγνώσματα. Ωστόσο δεν είναι απλώς ένα γλυκό για δοκιμή προκειμένου να με πείσει. Άρχισα να μαζεύω χρήσιμα αντικείμενα όπως χαρτί, φτερό, μελάνι και λίγα σεντόνια. Λευκά και ροζ να μας ταιριάζουν. Η βάρκα σε γαλάζια ευτυχία, ζωγραφισμένη στο χέρι με ένα μάτι από πράσινο γλυκό της μέντας μας υποδέχτηκε αξιοπρεπώς. Τα κουπιά σε φωτεινές απoχρώσεις, προς ολοταχώς  στα χάδια. Φοβήθηκα στην αρχή η αλήθεια είναι. Και τον ήλιο που έκαιγε φοβήθηκα. Και τα αστέρια που κολυμπούσαν στο στέρνο του φοβήθηκα. Όλα αυτά όμως με παρότρυναν. Ήμουν έτοιμη για μια βουτιά στο άπειρο λευκό το άγνωστο, που εκκολάπτει  τις ιριδίζων αποχρώσεις και επισημαίνει την απόλυτη ισχύ του. Σκέφτηκα πολύ αν θα ακολουθήσω το άγνωστο. Όσο δηλαδή περνάει μια γάτα ίωση για δύο χρόνια συνεχώς. Με συνάχι και όλα τα συναφή, αφού τίποτα δεν μπορεί να διαχωρίσει ένα φτέρνισμα της από μια σιγή. Ωστόσο συμμερίζομαι το ουράνιο τόξο μετά τη βροχή. Πώς εξάλλου θα είχε όλα αυτά τα υπέροχα χρώματα δίχως μια σταγόνα. Δίχως  φως. Τώρα περπατώ σε κήπους με ρόδα. Ένα χέρι προσφέρει όλα τα δώρα. Κι όλη η δύναμη ξύπνησε στην πελώρια αγκαλιά μου με μια πνοή.  Με όλους τους ήχους, όλες τις γεύσεις, όλες τις ευωδιές και όλα τα χρώματα των άπειρων συμπάντων.  Ο παράδεισος με λίγα λόγια.

 

Γεσθημανή Σιδερίδη/ κείμενα 2015 ©

Δευτέρα 19 Ιουλίου 2021

 

Η έλξη

Ο Αποσπερίτης κατρακυλούσε στην γεμάτη κοιλιά  του ασημιού δίσκου. Τα ενδεχόμενα ήταν έρωτας ή έρωτας. Τα άλλα, σιγανά τροπάρια συνοδευτικά στα αμπέλια των κρυφών τενόρων. Ο τοξοβόλος διαπράττει το σκοπό του ώρα αιχμής. το βέλος ιλαρό, βουτηγμένο στο μέλι. Κανείς δεν διερωτάται για το φτερούγισμα που δίνει πνοή στην ολοζώντανη  Γαλήνη. Ο Διόνυσος στήνει χορό σε πατητήρια. Μία φλογέρα ξανθίζει τα μαλλιά της Γαλήνης και τότε πνέει ο Μαΐστρος με μπάσα πρίμα. Όλοι ψιθυρίζουν το γεγονός κάτω απ’ τις ομπρέλες τους αλαφροΐσκιωτοι. Τα ενδεχόμενα ήταν έρωτας ή έρωτας. Το φέγγος μαρτυριάρικο στη γέννα της νέας ζωής. Δάχτυλα πλέκονται σε μεταξωτά στρωσίδια. Η έλξη.

 

Γεσθημανή Σιδερίδη / κείμενα/ 2016 ©

Δευτέρα 3 Μαΐου 2021

 

Ταξίδι

 

Το τρένο. Οι γραμμές του τρένου. Οι μαργαρίτες ανάμεσα στις γραμμές του τρένου. Το σίδερο. Η επικίνδυνη αίσθηση μεταξύ πάγου και φωτιάς. Ένα συνταίριασμα των άκρων. Η ανθρώπινη φύση να αποζητά τη γλυκύτητα της θλίψης και να εμμένει σ’ ένα καθρέφτισμα   δακρύων. Ναι, Ο σιδηρόδρομος. Μια ευθυγράμμιση σε καλλίγραμμο σώμα  δίχως γόνατα. Υπάρχει ακόμη ταξίδι. Το μυστικό τούνελ προσφέρεται για το πέρασμα. Κάθε πέρασμα κι ένα μικρό σκοτάδι. Μετά το φως. Αναρίθμητα κύματα φωτονίων καθιστούν τις ψευδαισθήσεις υπαρκτές. Ένα κρύο καπουτσίνο, ένα βλέμμα κι ένα τσιγάρο αρκούν για επόμενες χιλιάδες σκέψεις. Για επόμενα χιλιάδες ταξίδια. Οχτώ και μισή προ μεσημβρίας. Αναχωρήσεις και αφίξεις. Αθήνα – Θεσσαλονίκη. Ένα σάκο βιβλία και ήρωες που ψυχανεμίζονται ασυνήθιστα γεγονότα. Αλλά οι  εξελίξεις αν και  μετέωρες, πάντα καταλήγουν στην ίδια ρίζα.  Τα ταξίδια λοιπόν. Αυτά και το τρένο. Οι ψευδαισθήσεις κι εσύ με τον πράσινο σάκο κάτω απ’ το επιτακτικό βλέμμα του ήλιου. Όλα καλοκαίρι.  Όλα στον ήλιο. Και επανέρχομαι στο τρένο. Το τρένο, που προφασίζεται το σώμα λίγο πάνω απ’ το χώμα, ανάμεσα στις μαργαρίτες και εφάπτεται με το σίδερο.  Μια ερωτική πράξη για ώρες που σφυρίζει σε όλους τους σταθμούς ιδρωμένο. Κι είναι το ταξίδι.  Ο έρωτας. Το ταξίδι. Οι ψευδαισθήσεις αυτομολούν λέξεις όπως ζωή, ζωή, ζωή και ταξίδι. Τις  απαραίτητες αποσκευές  δηλαδή για να φύγεις. Το τρένο.

 

Κείμενα/ Γεσθημανή Σιδερίδη Ιούνιος 2016 ©



                     

 

Λιωμένο πράσινο της ψύχρας

 

 

 

Απ’ το γόνατο ως το λαιμό πνιγμένη στη λάσπη η πικραλίδα. Ίσως  λησμονημένη, όπως θα έλεγε κάποιος, εναποθέτει την αγριάδα της σε γόνιμα εδάφη. Μοναχικά εδάφη ως τα  σπλάχνα της γης.  Τα μάτια της ορθάνοιχτα  ρουφάν λέξεις κάτασπρες  απ’ το στόμα του Ταΰγετου σαν ξαποσταίνει η ζέση του. Τίποτε πιο ανθισμένο δεν υπάρχει από τη μοβ πάχνη τώρα που οι ανάσες κυνηγιούνται στους γυάλινους βράχους. Ο ορίζοντας σταθερός με τη μύτη ψηλά να βρυχάται έλεος. Αυτή, καμένη στα άκρα της και  χρώμα λιωμένο πράσινο της ψύχρας, βρίσκει κουράγιο και σηκώνεται. Βαριά κι ερειπωμένη κρατιέται από το στέρνο τ’  ουρανού. Κόβει με τις παλάμες της τη βροχή και ξεριζώνει το υγρό του  κάρμα. Μια άλλη πατημασιά θα εφεύρει  ως την άκρη της ψυχής του. Κάτω απ’ το οδοντωτό μονοπάτι θα βρει τη στέρνα. Λίγο να αλαφρύνει το σώμα. Λίγο να ξεθυμάνει τη λάσπη. Λίγο να ζεσταθεί. Λίγο. Έτσι λίγο πάντα θέλησε να ονειρεύεται τη στιγμή. Δεν ξεγελάστηκε ποτέ απ’ το όνειρο. Νιφάδες πικραμύγδαλου γεννούσαν στη ρίζα της πέταλα. Λίγο ήθελε να φτάσει τα παιδιά της, να γλυκοφιλήσει αυγή, ανατολή. Να κραδαίνει στη νηνεμία ένα τραγούδι και να αποκοιμιέται το σκοτάδι. Πάντα λίγο ήθελε. Η αρχή φαινόταν απ’ τη λεπτή μέση της μέρας. Όλη η βοή της αστροφεγγιάς πλημμύριζε με ικεσίες τις αποστάσεις. Πέντε, τέσσερα τρία… φτάνει στη στέρνα δήθεν αλώβητη. Με το κεφάλι να αποσπάται στο ψηλότερο κλαδί,  τάχα πως αφουγκράζεται τον  Αίολο. Στάλα δε φοβάται. Σκύβει και ψαχουλεύει το μάρσιππο. Βγάζει το χρόνο ακέραιο, αιχμηρό και μα τω θεώ, ξεκοιλιάζει το νερό. Γάργαρο  φως από πηγή  λούζει τις πατούσες, τα μικρά αδύναμα άκρα της βαφτίζει με όνομα γλυκό, που τόσο πεθυμιά το είχε. Γλύκα λέει… γλύκα.

 

Κείμενα/ Γεσθημανή Σιδερίδη Σεπτέμβριος 2016 ©

 

Σάββατο 1 Μαΐου 2021

 

Μια φορά κι έναν καιρό

 

 

Εκεί, ανάμεσα, ακούς τα βήματα κι αρχίζεις να βουτάς στους πρώην λυγμούς δίχως βοήθεια. Τώρα ξέρεις. Κολυμπάς και βγαίνεις απέναντι στο νησί. Τα φώτα ότι ξεκινούν την ιστορία τους. Μενεξεδί σκιά σε ήχους καμπάνας να φύεται στο τοιχάκι. Ένα μωρό να πιπιλάει τη δροσιά απ’ το κλίμα το ξινό. Η μάνα να σαρώνει με αγκαθωτή σκούπα την πεθαμένη σκόνη. Η μάνα της μάνας να πλέκει το σάβανο που νόμιζε προίκα, κοιτώντας πάνω απ’ τα γυαλιά της τη λάτρα. Ο πατέρας της μάνας να σούρνει το πόδι απ’ το βάρος του καφενείου στο πλατύσκαλο, παπαγαλίζοντας βρισιές. Ο άντρας της μάνας να φτάνει στουμπωμένος αλμύρα. Τα ταξίδια του είχαν πάντα ταξίδια. Σε κάθε αντάμωση, τη φιλά στο μάγουλο και της χαρίζει ένα ξύλινο σταυρουδάκι. Η μάνα χαίρεται που θα πλένει όλη νύχτα τα βρακιά του. Όλα –τα- της ψυχής, της περασμένης μέρας πια, σε μια σκάφη μαζεύονται και τεντώνονται ώσπου να ασπρίσουν. «Η άγνοια», ακουγόταν ο γείτονας στο μεθύσι του, «εκτός από κακό μπορεί να είναι και χαρά.». Όλα κυλούσαν όπως ακριβώς αρμόζει σε ένα μόνιμα σταθερό κι  ακατέργαστο υλικό, που περιμένει στο μουντό κουτί τον τεχνίτη του. Ήσυχα. Με μόνη λαχτάρα, την καθημερινή έγνοια για ένα καθαρότερο χώμα. Κι η χαρά των κρυσταλλωμένων μύθων, να εκπαιδεύεται στη λάτρα και στο γκάστρωμα των καρβελιών. Ωστόσο, έπαιρνε σχήμα με ένα μούγκρισμα αντί ευχαριστώ.  Έβγαζε ήχο για ένα στραγγαλισμένο χάδι κάτω απ’ το λινό νυχτικό, που λογάριαζε τα έτη για μέρες. Όλα ήσυχα.   Και καθαρά. Καθώς πρέπει δηλαδή, σε μια κοινωνία φάντασμα. Ωστόσο, εκεί που μύριζε το γιασεμί, κατέβαινε τη δημοσιά ο Κοσμάς κρατώντας τρυφερό ανθάκι. Τα χαμόσπιτα βούιζαν άνθρακα. Όμως η Ζωή, τον περίμενε στο περιβόλι ξυπόλητη. Και ότι είχε μάθει να πιάνει προζύμι στα χέρια της. Μα φύλαγε τη μαγιά στην ψυχή της.

 

Κείμενα/ Γεσθημανή Σιδερίδη Σεπτέμβριος 2016 ©

 

                                           Αυτοί και οι άλλοι

 

Μία σκανδάλη πατούν αυτοί. Ένας εξαναγκασμός από ύψος  και πτώση στο κενό. Πολλοί υποψιάζουν ένα σύννεφο γιρλάντα στον ουρανό. Ή ένα κύμα γλυκύ  βραστό στο μπρίκι του βυθού. Ωστόσο οι άλλοι, καταπίνουν θύελλες από λάσπη κι ασβέστη. Κάπου χτίζουν μια καλύβα συντροφιά με ένα σκύλο και αναζητούν θησαυρό χωμάτινο. Εκεί κατοικούν. Στο πέρα χώμα. Οι άλλοι.  Κανείς δεν πάει χωρίς πρόσκληση μέρα γιορτής στην καλύβα τους. Όμως, πάντα εφορμούν καθημερινά και κυρίως  απρόσκλητοι. Όλοι. Και κυρίως αυτοί. Τότε συμβαίνουν  τα πανηγύρια και κολυμπάνε σε τοίχους υδάτινους και πατώματα λίμνες. Τα σωσίβια κρεμασμένα αστέρια στη στέγη. Κανείς δεν τα πρόσεξε. Από καιρό και χωρίς τέλος δολοφονούν. Αυτοί.  Δολοφονούν με πνιγμό άπειρους κι αόμματους. Που απλώς πίστεψαν στο όνειρο. Το όνειρο.

 

Κείμενα / Γεσθημανή Σιδερίδη ©

 

                                                      

                                                     Στο λεωφορείο  

 

 

Κανείς δεν έδινε σημασία πια στο τι υπήρχε εκεί έξω. Όλοι έτρεχαν και τρύπωναν  στο λεωφορείο σαν αρουραίοι υπογείων. Ένιωσα παραλίγο να κολλάω την ασθένεια των αυτοκτονικών δευτερολέπτων. Και δεν έμοιαζε καθόλου με το κυνηγητό που παίζαμε τότε. Άλλο να σε κυνηγάει κάποιος. Το χειρότερο είναι, ο εαυτός να κυνηγιέται ακατάπαυστα απ’ τον εαυτό.

Εντυπωσιακό το πώς ξεγλιστρούσαν όλοι στις ώρες. Μέχρι να έρθει η επόμενη ώρα. Απλώς για  να υποδεχθεί τη μεθεπόμενη ώρα, που όλα θα είναι ίδια κι απαράλλαχτα. Μέχρι την ώρα, που θα συντονίζει όλες τις άμοιρες ώρες.  Άλλο πάλι και τούτο.  Καμία απόχρωση. Κανένα σχέδιο. Όλα ίδια και τετραγωνισμένα. Σφιχτά, άνοστα τετράγωνα.

 Η παρατήρηση γλιστρούσε στα αυλάκια των μετώπων τους με κίνδυνο. Τυφλή κι ανυπεράσπιστη.  Ήθελα να βάλω τις φωνές μήπως τη σώσω  από βέβαιο θάνατο.

Με κράτησε η μια στιγμή που είδα στο αριστερό χέρι μιας κυρίας ένα στολίδι. Ένα ολόχρυσο από ψέμα ρολόι, που συνεχώς κοιτούσε με μεγάλη λαχτάρα και  το κρατούσε με τα δυο δάχτυλα του άλλου χεριού,  εξαργυρώνοντας τη στοργή. Τότε σκέφτηκα πως κάνω λάθος. Πως εγώ, που δεν φορώ ρολόι και ειδικά χρυσό, δεν μπορώ να καταλάβω την ευθύνη που φέρει γι αυτό το κόσμημα. Όμως, η μικρή μου φωνή με τραβούσε απ’ το μανίκι και με τεντωμένες χορδές, σχεδόν μελανιασμένη,  μου έλεγε πως ποτέ δεν θα φορούσα ρολόι και δη χρυσό. Καμία ενοχή δεν έχω. Κι ας είναι γυμνά τα χέρια μου από στολίδια.   Χαμήλωσα το βλέμμα και έκανα πως δεν έβλεπα τους θανάτους. Θρηνούσα.  Κοιτούσα έξω απ’ το παράθυρο όλα όσα χωρούσαν τα μάτια μου.  Αναρωτιόμουν πως θα μπορούσα να τους ξυπνήσω.  Μάταιο σκέφτηκα τέλος. Θα με περάσουν για τρελή. 

Ωστόσο, παρότι Δεκέμβρης, λαχταρούσα έναν περίπατο στα χόρτα και τις πέτρες όπως άλλοτε με τα παιδιά της γειτονιάς. Νοστάλγησα τα τρεχαλητά και τα  αυτοσχέδια παιχνίδια με τα κοκαλάκια  που σκάβαμε το λοφάκι. Είχαμε κηδέψει πολλούς αρχαίους. Με όλες τις τιμές. Κάποιους τους είχαμε αναστήσει και τους χρίζαμε εξερευνητές ή βασιλιάδες.  Ανάλογα  με τους όρους του παιχνιδιού και τον χρόνο.

Οι εξερευνητές, είχαν τον καλύτερο τρόπο να ξεγελούν τον χρόνο.

Κάθε μέρα, είχαν μια αποστολή στον ήλιο.

 

 

 

 

       Γεσθημανή  Σιδερίδη  Δεκέμβριος  2014   ©

Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2014


Το Γήρας




"Ποτέ δε θα μπορέσεις να με νικήσεις", είπε, και στάθηκε ευθυτενής στην πυκνή ομίχλη. Mόλις διέκρινες τα άκρα του να στέκουν σαν σιδερένια λοστάρια αλύγιστα και άκομψα τόσο, που ο ίδιος ο φόβος το έβαζε στα πόδια, χάνοντας ένα ρόλο σπουδαίο μη μπορώντας να διεκδικήσει την παρουσία του σ’ ένα ακόμη σώμα. Άρχισαν να σαλεύουν τα χέρια εκατέρωθεν του σώματος  μήπως καθαρίσει το πνιγερό τοπίο, καθώς δυο ολόμαυρες χάντρες καρφωμένες σε άσπρο δέρμα  σαν τοίχος ασβεστωμένος με ρωγμές που αυλακώνουν την άγρια επιφάνεια,  προσπαθούσαν να πείσουν γι’ αυτή τη νίκη και την  απόφαση της μαρτυρίας με αυτό τον παράδοξο τρόπο. Μέχρι που η ομίχλη άρχισε να διαλύεται και το στιβαρό καλούπι φάνηκε αδύναμο και πτοημένο. Μόνο οι μαύρες χάντρες γυάλιζαν στα ρυτιδιασμένα κομμάτια της σάρκας που κρέμονταν. Τα πόδια αδύνατα, καχεκτικά, νόμιζες θα διαλυθεί στην πρώτη εκπνοή του Μαΐστρου. Γελούσε και κοίταζε πράγματι νικητής σίγουρος, ενώ ο μικρός νάνος γεμάτος απόγνωση σκεφτόταν αν έχασε τα λογικά του και χρειαζόταν ένα χέρι βοηθείας ή  μήπως χάθηκε στο δρόμο, καθώς πήγαινε στο αμπέλι του. Αυτός συνέχιζε να κραυγάζει με χέρια που πάλλονταν έτοιμα να ξεκολλήσουν απ’ το σαρκίο και μια οδοντοστοιχία που τρέκλιζε στα ανύπαρκτα σαγόνια του. "Ποτέ δε θα με νικήσεις. Ούτε εσύ ούτε κανένας".  Επανέλαβε, και σαν  κόκκος σκόνης εξαφανίστηκε μέχρι τη στιγμή που ο νάνος μετά από χρόνια χάθηκε σε μιαν ομίχλη ίδια και σπάραζε χαμένος. Εκλιπαρούσε να βρει έναν άλλο νάνο έναν οποιοδήποτε νάνο ή ακόμη και ένα γίγαντα, να του πει για την εμπειρία αυτή που είχε πριν χρόνια και ότι πράγματι αυτό είναι ανίκητο. Ότι είναι νικητής σίγουρος, που ούτε ο φόβος δε στέκει πλάι του. Να του πει να τρέξει για να προλάβει. Να του πει να τρέξει. Να προλάβει.





Γεσθημανή  Σιδερίδη  Δεκέμβριος 2013   ©

Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2013

Όταν ένα Γιατί , γυρνάει κοφτερό στα δόντια …



Έχει σκαλώσει  ανάμεσα στα δόντια και τρίβεται μανιασμένα όπως γίνεται συνήθως σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Περιπτώσεις απορίας, αγανάκτησης και έκπληξης. Έκπληξη απογοήτευσης φυσικά.
Δεν πάει κάτω. Δεν καταπίνεται που λένε κάποιοι. Το χειρότερο είναι που δεν μπορείς ούτε να το φτύσεις ν’ απαλλαχθείς απ’ την πικρή γεύση που σου τρυπάει τη γλώσσα και τον ουρανίσκο και δε σου κάνει όρεξη να προσποιηθείς πως το κατάπιες. 
Μένει εκεί και στροβιλίζεται μάχιμο σα να θέλει να πολεμήσει το ίδιο του το σώμα. Ροκανίζεται εκνευριστικά και σακατατεύει  το σμάλτο. Ίσως να είναι και ένας λόγος σοβαρός που στέκει εκεί και δεν κατεβαίνει. Μα ούτε να το φτύσεις μπορείς. Ανεβαίνει μέχρι τα μάτια και ορθάνοιχτα σαν τεράστιες  τρύπες και  βλέφαρα που πάλλονται πάνω κάτω, έκπληκτα  προσπαθούν να κατανοήσουν το λόγο. Τον ανύπαρκτο λόγο που πολλοί ασχολήθηκαν ενίοτε και απάντηση δε δόθηκε ποτέ. Πως εσύ λοιπόν θα εξηγήσεις; Οι απορίες μας κάνουν  καλύτερους. Ναι, καλύτερους.  Μόνο κάτι ποτάμια μπορεί να ξεχειλίζουν κάποιες φορές και να βρέχουν το είναι σου που είτε σε ξυπνούν απ’ το λήθαργο είτε σε παγώνουν τελείως. Ανάλογα πάντα την περίπτωση. Το παρήγορο όμως  είναι ότι μετά λάμπουν τα μάτια σου σαν  άστρα μες στο ζοφερό πλάνο που τόσο φοβόσουν. Τώρα βλέπεις πιο καθαρά. Χωρίς τις βρωμιές που είχαν σταθεί και είχαν δημιουργήσει ένα έλος μολυσμένο που αδύνατον να ξεκαθάριζες πριν, αυτά που φαίνονται τώρα.
Ας είναι, θα υποφέρω πάλι αυτό το κροτάλισμα και θα το γυρνάω ανάμεσα στα δόντια μέχρι να ‘ρθει η ώρα που θα απαντηθεί μόνο του. Έτσι συμβαίνει πάντα. Απαντά μόνο του σε κάποια ώρα κρύα. Τότε όμως έχεις συνηθίσει ως και τον πόνο στα ούλα, τα δόντια , τον ουρανίσκο, τα μάτια, τις πλημμύρες και κυρίως αυτή την απαίσια πικρή γεύση που σε δηλητηριάζει ολοένα.
Είναι κάποιοι  τολμηροί βέβαια  ή καθόλου ευγενικοί που το φτύνουν στη μούρη και περιμένουν μιαν απάντηση πιο σύντομη. Μπορεί όμως να είναι εσφαλμένη ή ψεύτικη.
Μάλλον είναι καλύτερα να στριφογυρνά σαν πυρωμένο σίδερο στα δόντια και να σου τρυπάει ακόμη και τα μηνίγγια  και οι σκέψεις να σιδερώνονται στο πέρασμά τους. Έτσι θα απαντηθεί πιο ουσιαστικά και τίμια. Οπωσδήποτε η υπομονή λένε, έχει και τα όριά της. Όμως οι κρύες ώρες δίνουν απαντήσεις σωστές. Τότε φτύνεις όλη τη σαπίλα και τα κόκαλα που μάσησες  τόσο καιρό και απαλλάσσεσαι μια και καλή. Σφίγγεις τις γροθιές μα πιο πολύ την καρδιά σου και περιμένεις αυτή τη στιγμή που η απάντηση θα ‘ρθει σαν δώρο απ’ το πουθενά και απ’ τον κανένα. Πολλές φορές σκέφτηκα να το φτύσω στη μούρη. Όμως σίγουρα υπάρχουν και αυτοί που τολμούν να σε κοιτάξουν δήθεν ανήξεροι.  Η ψευτιά τους τρώει τα συκώτια. Που να φτύσεις λοιπόν…
Εδώ θα γυρνάει πάντα και θα κατατρώει το στόμα θα σαρώνει κάθε άλλο σύνδεσμο
Και θα δυναμώνει τις προτάσεις καθιστώντας τες πάντα κύριες και περιεκτικές. Είναι καλύτερα έτσι. Μαθαίνεις να σέβεσαι τη γλώσσα. Και κυρίως τον εαυτό σου.



Γεσθημανή  Σιδερίδη  Αύγουστος  2013  ©